Το πλοίο έφευγε όπως πάντα στην ώρα του,7.30  για το πρώτο λιμάνι, ίσα-ίσα στο ηλιοχάραμα. Λίγοι επιβάτες, κρύο τσουχτερό. Όσοι δεν είχαν πάει στο νησί τους τις γιορτές, ταξίδευαν τώρα για να αερίσουν τα σπίτια τους απ’ τις υγρασίες, να μαζέψουν λίγα χόρτα, να κόψουν κανένα λεμόνι, να ιδούν αν βούλιαξε κάποιος τοίχος και να ελέγξουν τις ζημιές από τυχόν απαστούρωτα ζώα, να πιουν τέλος το ρακάκι τους  στο καφενείο του χωριού, να μάθουν τα νησιώτικα νέα και να παραβρεθούν και στο μνημόσυνο του 90-χρονου μπάρμπα Σταμάτη.

Το πρωινό ξύπνημα να προλάβεις το βαπόρι των 7.30 είναι πολύ βάρβαρο μεσ’ στο χειμώνα-είπα  να βρω κι εγώ ένα καναπέ να ξαπλώσω λίγο-μα πριν προλάβω να χαρώ στη σκέψη του χαλαρώματος, ακούω ένα παρατεταμένο Εεεε κυρά Γιώργαινα εδώ καθόμαστε ,κόπιασε και κάτσε να πιεις  ένα καφέ μαζί μας.  Βρε βρε, καλώστηνε, χρόνια πολλά ακούστηκαν οι ευχές από μια παρέα οκτώ περίπου ατόμων. Όλοι Ανδριώτες, Κορθιανοί, Γαυριώτες, από χωριά της Χώρας, συνταξιούχοι όλοι τους ναυτικοί. Μπήκα στη συζήτηση κι άκουγα με προσοχή  αυτά που ήδη άρχισαν να λένε από πριν μπω στο πλοίο. «Εμένα που λες ρε Μήτσο, με ειδοποίησαν να πάω πέρα να διώξω τα πρόβατα του γείτονα γιατί έχουν καταφάει τα πάντα στον κήπο μου».  «Να δεις εγώ τι άκουσα στο τηλέφωνο» λέει κάποιος απ την παρέα. «Εχεις καιρό να πεταχτείς προς τα δω, κυρ Κώστα; Κάποιος βούλιαξε τους τοίχους του χωραφιού σου, πήρε τις πέτρες για να κτίσει  το κοτέτσι του. «Ακουσον-άκουσον! «Κι εγώ, και σε μένα, και σε μας» ακούστηκαν κι άλλες φωνές απ’ την παρέα των συνταξιούχων. Η συζήτηση είχε ανάψει κι είχαν στήσει κι άλλοι επιβάτες αυτί γιατί πιθανόν το θέμα να τους ενδιέφερε. Γιατί όχι; Το πρόβλημα αυτό σίγουρα αφορούσε κι άλλα νησιά, δεν το είχαν μονοπώλιο οι Ανδριώτες. Και  οι θιγόμενοι από τις αιγοζημιές συνέχισαν «Σ’ εμένα μου ξήλωσαν τα συρματοπλέγματα για να μπαινοβγαίνουν από το χωράφι μου και να γλυτώνουν δρόμο προς το δικό τους.

«Η κουμπάρα μου τηλεφώνησε ,έλα βρε Θανάση να δεις τ’ αμπέλια σου, τα ‘χουν μασήσει όλα οι κατσίκες κάποιου γείτονα. «Το δικό μου έγινε από πέρυσι αλώνι, όταν το αντίκρισα έκλαιγα μέρες, τόσος κόπος και σε λίγες ώρες δεν έμεινε τίποτα! ούτε τσαμπιά, ούτε βέργες. «Και ξέρεις κάτι; μπαίνει στη συζήτηση κι άλλος της παρέας. «Εγώ όταν πήγα να ζητήσω το λόγο, κόντεψα να  φάω ξύλο, και μ’ έβρισε πολύ αισχρά. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για κακό άνθρωπο. «Πήγαινε, μου λέει να βρεις αυτόν που έχει τα ζώα απαστούρωτα, όχι σε μένα». Κι όλοι αποφάνθηκαν ότι

κανείς δεν παραδέχεται τις ευθύνες του, κανείς δεν σε αποζημιώνει, και κανείς δεν δίνει το συμφωνηθέν «μπατίκι»,αντί για μπατίκι, σε στέλνουν στο «διάβολο»,κινδυνεύεις να φας και ξύλο από πάνω. Τελικά τι πρέπει να κάνουμε ρε χωριανοί και κοντο-χωριανοί; Είναι καινούρια φρούτα αυτοί οι τυποι. Εγώ με τους Αλβανούς τα πάω καλλίτερα ρε Γιάννη, συνεννοούμαι και συνεργάζομαι μια χαρά. Αυτούς που ξέρω έχουν οικογένειες, εργάζονται, σέβονται την ιδιοκτησία σου και δεν σ’ ενοχλούν. Δεν έχω παράπονο.

Οι δικοί μας, μας εκμεταλλεύονται όταν λείπουμε απ’ το χωριό κι όταν πάμε το καλοκαίρι δεν ξέρουμε τι θα βρούμε. «Εγώ λέω να πάμε στην Αστυνομία τώρα που μαζευτήκαμε οκτώ άτομα» λέει άλλος ένας. Καλή ιδέα, συμφωνούν όλοι, τουλάχιστον ας γνωρίζουν κάποιοι που τους πληρώνουμε τι τραβάμε στα χωριά μας από τ’ αδέσποτα ζώα. Κάποιος μπορεί να ενδιαφερθεί και να τους τραβήξει τ’ αυτί” Και ‘συ κυρά-Γιώργαινα τι λες για όλα αυτά, δεν είπες κουβέντα…» ‘Τι να πω κι εγώ, τα ίδια με τα γίδια παθαίνω. Λέω να μην τα «μπατικώσω» πια, άστα να ρημάξουν μόνα τους, παρά να στα τρώνε οι άλλοι  και διάφορο να μην σου δίνουν»

Άντε, περάσαμε και τον Κάβο Ντόρο, καλό ξεμπέρδεμα με τους απείθαρχους γειτόνους.

 Για την μεταφορά  της συζήτησης
ΕΙΡΗΝΗ-ΦΑΝΙΑ ΠΑΠΙΔΑ

 Υ.Γ. Το θέμα είναι υπαρκτό, οι άνθρωποι εν ζωή, το πρόβλημά τους συνεχίζεται χωρίς λύση και βοήθεια από πουθενά.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here