Όταν ένα ζευγάρι παπούτσια μου είναι καλοφόρετα και δεν με πιάνουν, τότε τα κάνω μονοφόρι και μπορεί να τα φοράω για πολλές ημέρες και ίσως εβδομάδες.

Οι κόρες μου και ιδίως η μεγάλη μου η Αλίκη, συνεχώς παραπονιέται:

Μα καλά, έχεις τόσα ζευγάρια παπούτσια στην ντουλάπα σου, τα ίδια παπούτσια φοράς συνεχώς;

Αυτή η μανία μου να φορώ συνεχώς τα ίδια παπούτσια, μου φέρνει στο μυαλό μια ιστορία με ένα ζευγάρι αρβύλες.

Η ιστορία αρχίζει όταν θα ήμουν 9-10 χρόνων. Τότε άρχισε ο μακαριστός πατέρας μου παπά-Γιάννης Πολέμης να με παίρνει μαζί του, όταν άγιαζε ολόκληρο το χωριό κάθε 5 του Γενάρη, την παραμονή των Θεοφανείων. Η μητέρα μου με ξυπνούσε πολύ πρωί, έξω πίσα σκοτάδι, να πάμε με τον πατέρα μου στην εκκλησία. Η εκκλησία δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα τότε. Ο πατέρας μου άνοιγε την πόρτα που έτριζε στο άνοιγμα της, άναβε ένα τσακμάκι και μετά άναβε ένα κερί. Στη μέση της εκκλησίας ένα τραπεζάκι με την μικρή κολυμπήθρα του αγιασμού, ένα καντηλέρι και βασιλικό, όλα ετοιμασμένα από τον πατέρα μου από το προηγούμενο βράδυ. Άρχιζε την ακολουθία του αγιασμού, η εκκλησία μέσα στο σκοτάδι και μόνο στο κέντρο της λίγο φως από τα κεριά που κρατούσαμε ο πατέρας μου κι εγώ και το φως από το μικρό καντηλέρι. Εκείνος φόραγε μόνο πετραχείλι και διάβαζε τις πολλές ευχές του αγιασμού, εγώ έλεγα τα «Κύριε Ελέησον» και φυσικά τον Απόστολο του αγιασμού. Πότε-πότε η πόρτα της εκκλησίας έτριζε και μια μαυροντυμένη γριούλα έμπαινε μέσα. Στο τέλος με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου» όλοι και όλοι είμαστε 5-6 άνθρωποι στην εκκλησία. Ο πατέρας μου έβγαζε το πετραχείλι, χαιρετούσε τις γυναίκες και πηγαίναμε στο σπίτι. Η εκκλησία έμενε ανοιχτή και όποιος ήθελε πήγαινε να πάρει αγιασμό. Στο σπίτι, η συχωρεμένη η μητέρα μου μας ετοίμαζε τσάι με ψωμί και ελιές, κάτι ελιές θεόπικρες που εκείνη τις έλεγε πολύ ωραίες και γω τις έλεγα βρωμοελιές. Άμα τελειώναμε το τσάι, η μητέρα μου άναβε ένα λαδοφάναρο με το φως από το καντηλέρι του αγιασμού και μου έδινε και έναν τουρβά στο χέρι. Στον τουρβά θα έμπαινε ότι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου, από μανταρινοπορτόκαλα, μέχρι φουντούκια, αμύγδαλα καιπαστέλια.

Βγαίναμε από το σπίτι με πρώτο προορισμό τους Κατακαλαίους. Μικρό χωριουδάκι πάνω από τα Αποικία, αλλά με περίπου 10 πολυπληθείς οικογένειες εκείνου του καιρού. Περνούσαμε πίσω από την εκκλησία, αφήναμε στα δεξιά το τελευταίο σπίτι της Σάριζας, της

Ερήνηςτης Κουσούνας……., ανεβαίναμε την στενή στου Γιάννακα, ένα μονοπάτι που το

είχαν ανοίξει οι Βουρκωτιανοί για να λιγοστεύουν το δρόμο προς το χωριό τους. Φτάναμε στο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής στο Κακοσούλι και μετά στον Μεγάλο Δρυ. Στη συνέχεια πατώντας και γλιστρώντας σε ένα χαλασμένο καλντερίμι, φτάναμε τη μεγάλη ανηφόρα μέχρι που είχαμε την Παναγία των Κατακαλαίων δεξιά μας. Στρίβαμε αριστερά, περνάγαμε ένα μικρό γεφυράκι και μπαίναμε στο μικρό χωριό, τους Κατακαλαίους.

Πρώτο σπίτιτου’Ισαρη, δεύτερο σπίτι του μπαρμπα-Γιώργη του Φιλάρη, με μια μάντρα παιδιά. Τρίτο σπίτι του Δημήτρη του Καραμπουρνιώτη. Μας είχαν δει που πήγαμε σταπροηγούμενα σπίτια και μας περίμεναν στην πόρτα. Ο Δημήτρης ο Καραμπουρνιώτης και η γυναίκα του η κυρά-Ερείνη, η γιαγιά η Αλεξάνδρα και τα δύο παιδιά, η Αλεξάνδρα, ένα χρόνο μεγαλύτερη μου και μετέπειτα δασκάλα στα Αποικία και ο Λεωνίδας, συνομίληκός μου και φίλος μου μέχρι τα σήμερα. Τα δωμάτια του σπιτιού όλα ανοιχτά, τα κρεββάτια στρωμένα, μην έλθει ο παπάς να αγιάσει και βρει το σπίτι ανάστατο. Ο πατέρας μου άρχισε τα «Εν Ιορδάνη» και γύριζε και άγιασε όλο το σπίτι. Όλοι φίλησαν το Σταυρό και ο πατέρας μου τους έβαλε με το βασιλικό, αγιασμό στο μέτωπο. Και ξαφνικά η γιαγιά Αλεξάνδρα είπε:

‘Ελα παπά, βγάλε το πετραχείλι σου και κάτσε να πιεις καφέ, για να καθίσει η….κλωσσού.

Αργότερα ο εγγονός της και φίλος μου ο Λεωνίδας μου εξήγησε πόσο σοβαρό πράγμα για την κυρά-Αλεξάνδρα ήταν να έχει κλωσσοΰδες. Κατακαλόκαιρο ο Παμεινώντας ο Καρασταμάτης που είχε το εστιατόριο στ’ Αποικία, ερχόταν και της ζητούσε συνέχεια κοτόπουλα.

Αφού τελειώναμε με όλα τα σπίτια στους Κατακαλαίους, περνάμε το δρόμο της επιστροφής για τα Αποικία. Στο δρόμο έβγαινε ο ήλιος. Αρχίζαμε από το Τρικόλι, μετά ότου Χειμαριώτη, μετά στη Σάριζα, στο γιοφύρι και εν συνεχεία ότου Ταξιάρχη. Εκεί τελείωνε η ενορία της Σάριζας και άρχιζε η Κατασυρτή. Κάπου προς το μεσημέρι βρισκόμαστε πάντοτε στο σπίτι του Σταμάτη του Ζούρα. Εκεί τρώγαμε πάντοτε κουκιά βραστά με ρίγανη. Η κυρά Ερείνη η Ζούρενα τα είχε πάντοτε έτοιμα και μας περίμενε. Έτσι σιγά-σιγά μέχρι το βράδυ πηγαίναμε σε όλα τα σπίτια του χωριού μέχρι το τελευταίο, στα Πατούρια. Μια φορά θυμάμαι πήγαμε μέχρι τις Στενιές. Ο πατέρας μου είχε πολλά πρώτα ξαδέρφια στις Στενιές. Πήγαμε πρώτα στο σπίτι της ξαδέρφης του της Κατερίνας. Μόλις άνοιξε την πόρτα και μας είδε η Κατερίνα, έβαλε τις φωνές, αθυρόστομη όπως ήταν:

Βρε πάπαρδε, που βρέθηκες εδώ; Εγώ όταν την άκουσα στενοχωρήθηκα πάρα πολύ. Να πει τον πατέρα μου πάπαρδο;

Τέλος πάντων, αυτή ήταν η μόνη και τελευταία φορά. Από το Πατούρι άρχιζε η επίπονη επιστροφή στο σπίτι μας στην Σάριζα. Ο τουρβάς γεμάτος με διάφορα και αρκετά βαρύς. Αλλά και οι τσέπες μου γεμάτες χρήματα. Δεν υπήρχαν μεταλλικά νομίσματα τότε. Μόνον χαρτονομίσματα. Χίλιες δραχμές ισοδυναμούσαν με μία δραχμή. Οι τσέπες μου λοιπόν γεμάτες με χιλιάρικα και πεντακοσάρικα. Πραγματικά ένοιωθα πλούσιος. Σε κάθε σπίτι έδινα από το λαδοφάναρό μου φως, για να ανάψουν το καντήλι τους και όλοι τους μου έδιναν κάτι. Όταν πήγαινα στο σπίτι, άδειαζα τις τσέπες μου και άρχιζα το μέτρημα. Πάντοτε ήταν γύρω στις 100 δραχμές (εκατό χιλιάδες δραχμές για την κυριολεξία). Την άλλη μέρα ήταν τα Θεοφάνεια. Το απόγευμα των Θεοφανείων παρακαλούσα τη μητέρα μου να ανάψω το σίδερο με τα κάρβουνα. Και όταν το σίδερο ήταν έτοιμο, σιδέρωνα όλα τα χαρτονομίσματα ένα-ένα και τα έκανα μια στοίβα. Από μικρός ήμουν πολύ λεπτοδούλης, γιαυτό και ήθελα να κάνω τα χαρτονομίσματα ένα ωραίο πάκο. Ταυτόχρονα τα αποστείρωνα κιόλας, αλλά τότε εμείς τα παιδιά δεν ξέραμε από τέτοια πράγματα. Ζούσαμε με τα μικρόβια και δεν παθαίναμε τίποτα.

Την άλλη μέρα ήταν του Αι-Γιαννιού. Μεγάλη μέρα για το σπίτι. Γιόρταζε ο πατέρας μου. Από το τέλος της λειτουργίας μέχρι αργά το βράδυ το σπίτι μας ήταν γεμάτο κόσμο. Η συχωρεμένη η μητέρα μου, μαζί με την αδερφή μου τη Χρυσάνθη, ήταν στο πόδι όλη την ημέρα. Την άλλη μέρα τοιυ Αγίου Ιωάννου ξανάρχιζαν τα σχολεία. Πήγαινα στο Γυμνάσιο, τρίτη τάξη του οκτατάξιου και μέσα στην τσάντα μου είχα και το πάκο με ταχαρτονομίσματα. Μετά το τέλος του σχολείου, ίσως γύρω στις 1 ή 2 το μεσημέρι, πήγαινα κατευθείαν στο παπουτσίδικο του μπαρ μπα-Νικολού του Χαζάπη και του γιου του, του Θοδωρή. Μόλις με έβλεπαν, μου έλεγαν:

Τι θέλεις ρε Πολεμάκι;

Θέλω να παραγγείλω ένα ζευγάρι αρβύλες

Εντάξει. Βγάλε το δεξί παπούτσι σου και μη βγάλεις την κάλτσα

Ο μπαρμπα-Νικολός έπιανε ένα κομμάτι άσπρο χαρτόνι και το έστρωνε κάτω.

Πάτα πάνω στο χαρτόνι, μου έλεγε Μετά με ένα μολύβι έπαιρνε το περίγραμμα του ποδιού μου. Έτσι απλά, αλλά μαστορικά.

Πόσο κάνουν οι αρβύλες μπαρ μπα-Νικολό; Θα του πω όταν έρθεις να τις πάρεις. Κάτω από εκατό Α, εντάξει, έλεγα – χαρούμενος γιατί είχα τα λεφτά Έλα σε μια εβδομάδα. Θα τις έχω έτοιμες

Πραγματικά σε μια εβδομάδα είχα τις αρβύλες. Χοντροδουλειά, στερεή, από βακέτα χοντρή. Από κάτω μικρό πεταλάκι μπροστά και ολόκληρο αλογίσιο πέταλο στο τακούνι και όλη η αρβύλα από κάτω γεμάτη πρόκες, ίσως και 40 σε κάθε αρβύλα. Παναγιά μου βάρος. Ίσως η κάθε αρβύλα να ζύγιζε πάνω από 1 οκά. Τις έπαιρνα στο σπίτι και την άλλη μέρα τις φορούσα για πρώτη φορά. Θεέ μου καμάρι. Περπατούσα στην αγορά στη Χώρα και έτριζε ο τόπος από τα πέταλα και τις πρόκες. Γυρνούσα όμως στα Αποικία λαλόφωνος. Σχεδόν κλαίγοντας έλεγα στη μητέρα μου ότι οι αρβύλες με έπιαναν και πονούσα τρομερά.

Που σε πιάνουν; με ρωτούσε η μητέρα μου.

Και μου έδινε ένα κομμάτι άλειμμα (λίπος) και έτριβα το σημείο που με έπιαναν, μέχρι να μαλακώσει. Αυτό γινόταν περίπου μια εβδομάδα, μέχρι που οι αρβύλες να πάρουν το καλούπι του ποδιού μου και να μην με πιάνουν πια. Αυτή η ιστορία γινόταν ίδια και απαράλλαχτη μέχρι που έγινα 16 χρονών. Μετά ο πατέρας μου έπαιρνε άλλα μικρότερα αγόρια μαζί του.

Το ότι λοιπόν μ’ αρέσει να φοράω τα ίδια παπούτσια για πολλές μέρες, ίσως είναι απωθημένο από το ζευγάρι τις αρβύλες των μαθητικών μου χρόνων, που τις φορούσα έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι να λιώσουν στην κυριολεξία. Οι κόρες μου δε με καταλαβαίνουν, αλλά εγώ καταλαβαίνω γιατί μ’αρέσουν τα παπούτσια μονοφόρι.

Καπετάν-Λευτέρης παπά-Γιάννη Πολέμης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here