Του LE.VAL

Πριν από λίγες μέρες ο μεγάλος τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος γιόρτασε τα πενήντα χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου του, που έχει τον τίτλο «Το φορτηγό», με μια παρουσίαση που έγινε στον χώρο του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός». Είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω αυτή την εκπληκτική παράσταση σ’ ένα χώρο που κατ’εξαίρεση φιλοξένησε μουσικούς καλλιτέχνες. Τον Σαββόπουλο συνόδευαν και τρεις νεαροί τραγουδιστές ανάμεσα στους οποίους ήταν και η δική μας Κατερίνα. Μην ρωτήστε τώρα εσείς ποια είναι αυτή η Κατερίνα; Μία είναι η Κατερίνα Πολέμη, η οποία έκλεψε την παράσταση ερμηνεύοντας τραγούδια με τον δικό της μοναδικό τρόπο . Και όταν είπε ένα τραγούδι της με αγγλικούς στίχους ο Σαββόπουλος την ρώτησε αστειευόμενος: “γιατί αγγλικά; η μητέρα σου δεν είναι Ελληνίς;” και εκείνη με ετοιμότητα και χιούμορ απάντησε: “όχι, Βραζιλιανίς!”

Η γοητεία της παράστασης ήταν ότι το κάθε τραγούδι το απέδιδε με φωνή που δεν πρόδιδε την ηλικία του παρά μόνο από την ποιότητα της φωνής. Και όχι μόνο. Κάθε τραγούδι συνοδευόταν από διάφορα σχόλια, πολιτικά, κοινωνικά, σατιρικά που σε έφερναν πίσω πολλές δεκαετίες και ξυπνούσαν μέσα σου χίλιους δύο παλιμπαιδισμούς αλλά και, αμέσως μετά, σε προσγείωναν στην ηλικία του σήμερα. Γιατί ήταν αλήθεια: η ωριμότητα του τραγουδιστή συμβάδιζε με την αντίστοιχη ωριμότητα σε πολλούς από τους ακροατές.

Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στο φορτηγό εκείνο που με ώτο στοπ τον κατέβασε από την γενέτειρα του Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και περιλάμβανε, εκτός από τα γνωστά κομμάτια, κάποιες απαγορευμένες επιτυχίες της εποχής εκείνης. Αξέχαστα χρόνια. Αλλά τι τα θέλετε; Όπως είπε και ο ίδιος ο Σαββόπουλος: «Χαμένος και νοικοκυρεμένος, είτε στους πολέμους της ζωής, είτε στα σανίδια της σκηνής, έχει την χάρη του να ζει κανείς». Έτσι ξεκίνησε λοιπόν μόλις ξεπέζεψε από το φορτηγό, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, κι άρχισε να περιφέρεται στις μπουάτ της Πλάκας. Φαίνεται όμως  ότι το ταλέντο του υπέφωσκε από πολύ παλιά. Ο ίδιος αναπολεί μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια:

Κάθονταν μαζί με τον πατέρα του, τον αδελφό του και τον θείο του και έβλεπαν ένα γύφτο που ξυλοφόρτωνε άγρια μια μαϊμού γιατί δεν έπαιξε σωστά τον ρόλο της. Τότε ο μικρός Νιόνιος άρχισε να λέει τραγουδιστά, με δική του εννοείται μουσική: «την μαϊμού, την μαϊμού  την κάναν τ΄ αλατιού». Και τώρα, στην σημερινή εποχή, ξαναθυμάται τις αντιδράσεις των δικών του ανθρώπων: Ο αδελφός του τον κοίταζε με αμηχανία να δει τι θα κάνουν οι μεγάλοι, ο θείος του καμάρωνε τον μικρό εκκολαπτόμενο καλλιτέχνη και ο πατέρας του  τον κοίταζε όχι όπως ένας πατέρας τον γιο του, αλλά σαν ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει έναν άλλον άνθρωπο! Και τώρα στις εμφανίσεις του σε κοινό δεν ψάχνει να βρει το βλέμμα του αδελφού του η του θείου του, αλλά αναζητά το βλέμμα του πατέρα του.

Από την Πλάκα έγινε σιγά σιγά γνωστός και αγαπητός. Άρχισε να συναναστρέφεται με διάφορους επώνυμους, καλλιτέχνες και μη. Έτσι, θυμάται τα λόγια που άκουσε κάποτε από τον Μάνο Χατζιδάκη: «οι μέτριοι δανείζονται – οι ικανοί κλέβουν». Λίγο καίρο αργότερα ανεκάλυψε ότι τα λόγια αυτά ανήκαν στον Στραβίνσκι. Άραγε ο Μάνος τα δανείστηκε η τα έκλεψε; Κάποτε πάλι συνάντησε ένα πολιτικό που παρήγγειλε ένα ουίσκι «on the rocks, αλλά χωρίς πάγο»…

Κλείνω με λίγα λόγια από μια συνέντευξη του στην Καθημερινή: «Θα’ θελα τον καινούργιο χρόνο να στερεώσω μια ματιά πιο θετική. Όταν κοιτάς τα πράγματα με πιο καλή καρδιά και εμπιστοσύνη, είσαι πιο κοντά στη λύση του προβλήματος, ενώ, όταν βλέπουμε με σκοτεινή ματιά τους ανθρώπους και την κατάσταση, διαιωνίζουμε το πρόβλημα όσο κι αν λέμε ότι ενδιαφερόμαστε για τη λύση του».

Αχ ρε Διονύση! Σκέφτηκες ποτέ να γράψεις ένα βιβλίο με τα σχόλια και τα λόγια των τραγουδιών σου; Εγώ απλά αναφέρω μερικούς τίτλους:

Συννεφούλα –  τα κορίτσια δυο δυο  – ήλιε ήλιε αρχηγέ –  μια θάλασσα μικρή –  μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη: είναι παντού…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here